Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2009

Ο δημόσιος χώρος ως (α)κατάλληλη σκηνή

Σοφία Αναστασοπούλου

Η θέση και η κίνησή μας στο χώρο είναι μια σαφής ένδειξη των προσωπικών μας επιθυμιών και ταυτόχρονα όλων των παραμέτρων που τις καθορίζουν. Σε ό,τι αφορά τις σχέσεις μεταξύ των δυνάμεων που ασκούνται, ο χώρος αποτελεί το πρωταρχικό, το εμφανές πεδίο μάχης. Διακυβεύεται το «ποιος» θα κυριαρχήσει και «πόσο». Στο χορό, το παιχνίδι «διεκδίκησης» του χώρου είναι συνεχές, καθώς στη σκηνή οι συγκρούσεις στο χώρο οργανώνονται ή καταλύονται πραγματικά και συμβολικά. Ο σύγχρονος χορός, μη περιοριζόμενος στη θεατρική σκηνή και πειραματιζόμενος με τους δημόσιους χώρους, γεννά επιπλέον προεκτάσεις για το «βίωμά» τους. Η «διεκδίκηση» του δημόσιου χώρου δεν έχει μόνο χωροταξική ανάγνωση αλλά και συμβολική. Στον «δημόσιο χώρο» ανήκουν, εξάλλου, το νομικό και θεσμικό πλαίσιο που οριοθετούν το γίγνεσθαι του χορού. Πώς μπορούν οι άνθρωποι του χορού να οικειοποιηθούν τον «δημόσιο χώρο» που καταλαμβάνουν; Πώς, δηλαδή, το νομικό και θεσμικό πλαίσιο θα καλύπτουν ανάγκες και θα επιτρέπουν την εξέλιξη της δημιουργίας, τη συμμετοχή και τη ζύμωση; Οι ποικίλες οπτικές ανάλυσης και η ιδιάζουσα «σύγχυση» καλλιτεχνικών και διοικητικών πτυχών περιπλέκουν περισσότερο την απόπειρα προσέγγισής μας.

Ο χορός στην Ελλάδα «συμπορεύεται» με το θέατρο. Μέχρι το πρόσφατο παρελθόν υπαγόταν στο Τμήμα Χορού της Διεύθυνσης Θεάτρου και Χορού του υπουργείου Πολιτισμού. Στο νεοϊδρυθέν Εθνικό Κέντρο Θεάτρου και Χορού, όπως μαρτυρά η επωνυμία του, είναι και πάλι «συστεγασμένος» με το θέατρο. Οι ιδιομορφίες του, όμως, θα απαιτούσαν μια πολιτική αυτόνομη, επικεντρωμένη σ’ αυτόν, την οποία, π.χ., υποδειγματικά και συστηματικά έχει οριοθετήσει το Εθνικό Κέντρο Χορού της Γαλλίας: συνθήκες δημιουργίας (αίθουσες χορού, υλικοτεχνική υποδομή), διαθέσιμες σκηνές (για τη φιλοξενία παραγωγών), συμβολή στην εύρεση εργασίας, νομική καθοδήγηση, βιβλιοθήκη και ταινιοθήκη, στήριξη για τα σύμφυτα με το επάγγελμα του χορευτή θέματα υγείας (διατροφή, σωματικές τεχνικές, τραυματισμοί), «μείξεις» καλλιτεχνών (σεμινάρια, μαθήματα) και ανταλλαγή γνώσεων (συνέδρια, ημερίδες, εκδόσεις). [http://www.yppo.gr/0/gindex.jsp, http://www.cnd.fr/]. Ελλείψει όμως συγκροτημένης πολιτικής, αποκτά ιδιαίτερη σημασία ο ρόλος των σωματειακών ενώσεων. Η περίοδος της ίδρυσής τους, τα αιτήματα και οι τομείς δραστηριοποίησής τους σκιαγραφούν έναν νοητό ενδεικτικό χάρτη των ζητημάτων που αντιμετώπισε (ή ακόμη αντιμετωπίζει) ο χορός.

Το 1981 και το 1983 ρυθμίστηκαν νομοθετικά η ίδρυση και η λειτουργία των ανώτερων και ερασιτεχνικών σχολών χορού, ο έλεγχος των οποίων ανήκει σήμερα στη νομαρχιακή αυτοδιοίκηση. Το ιδρυθέν, ήδη από το 1975, Σωματείο Χορού και Ρυθμικής και αργότερα το Σωματείο Ιδιοκτητών Σχολών Χορού Ελλάδος παρεμβαίνουν για την τήρηση της σχετικής νομοθεσίας από τις σχολές που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (π.χ. προσόντα ιδιοκτητών, καθηγητών, κτηριακές προϋποθέσεις).

Ας σημειωθεί εδώ ότι σήμερα είναι εξαιρετικά επείγον το πρόβλημα της ανώτερης εκπαίδευσης, που έχει μείνει «αδιαβάθμητη» μετά την ανωτατοποίηση των Τεχνολογικών Επαγγελματικών Ιδρυμάτων (ΤΕΙ) και την κατάργηση του Ινστιτούτου Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΙΤΕ) που αναγνώριζε τα πτυχία των ανώτερων σχολών χορού ως ισότιμα με αυτά των ΤΕΙ. Έτσι, αυτά δεν θεωρούνται βασικός τίτλος σπουδών – γεγονός με ποικίλες πρακτικές προεκτάσεις. Τέλος, φλέγον είναι το «πρόβλημα» της ανώτατης εκπαίδευσης που δεν υπάρχει (http://www.sisxe.com/).

Επανερχόμαστε όμως στην ιστορία: η χορογραφική δημιουργία εδραιώνεται και όταν το 1993 οι επιδοτήσεις για το χορό αυξάνονται, οι χορογράφοι οργανώνονται για να διαφυλάξουν τις θετικές εξελίξεις και την αξιοκρατική λειτουργία τους, αλλά και για να προωθήσουν τους καλλιτεχνικούς τους στόχους και το βασικό αίτημα της «στέγης». Έτσι, το 1998 ιδρύεται το Σωματείο των Ελλήνων Χορογράφων (ΣΕΧ), το οποίο καθιέρωσε διάφορους καλλιτεχνικούς θεσμούς δίνοντας στα μέλη του την ευκαιρία να παρουσιάζουν τα έργα τους. Ο συνήθως ανοικτός χαρακτήρας των διοργανώσεων επιτυγχάνει το στόχο της συμμετοχής, αφήνει όμως συχνά αμφιλεγόμενο το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Αυτό το τελευταίο συναρτάται και με τις αντίξοες συνθήκες δημιουργίας: το αίτημα για ένα χώρο διαθέσιμο για πρόβες και παραστάσεις παραμένει ανικανοποίητο και επιτακτικότερο (http://www.choreographers.gr/).
Σε ό,τι αφορά το εργασιακό καθεστώς, έως σήμερα οι μόνοι που διέθεταν σύλλογο και από τους ελάχιστους που διαθέτουν συλλογική σύμβαση εργασίας ήταν οι χορευτές της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Ας σημειωθεί ότι οι χορευτές που συμμετέχουν σε θεατρικές παραστάσεις δηλώνονται ως ηθοποιοί και επωφελούνται των σχετικών συλλογικών συμβάσεων των ηθοποιών. Πρόσφατα, μετά τις άκαρπες προσπάθειες του παρελθόντος, ιδρύθηκε το συνδικαλιστικό σωματείο των Εργαζομένων στο Χώρο του Χορού. Οι χορευτές, condition sine qua non της τέχνης του χορού, «παρέβλεπαν» τις υλικές συνθήκες διαβίωσής τους. Η συνεχής όμως ανάπτυξη του χορού τούς βοήθησε να συνειδητοποιήσουν το μέγεθος της συμβολής τους και την ξεχωριστή υπόσταση του επαγγέλματός τους. Παράλληλα με τις καλλιτεχνικές ανησυχίες, προτεραιότητα αποτελεί πλέον και η ρύθμιση των εργασιακών τους σχέσεων και των αμοιβών. Καίρια είναι τα θέματα περίθαλψής τους, στα οποία οι δομές του ΙΚΑ δεν ανταποκρίνονται αποτελεσματικά (αναφέρουμε απλώς πώς η Εθνική Λυρική Σκηνή [ΕΛΣ] απέκτησε μόλις πριν από δύο έτη φυσικοθεραπευτή και μασέρ). Και γι’ αυτούς όπως και για τους χορογράφους και τους δασκάλους η ενιαία πρόβλεψη των επαγγελματικών τους ιδιοτήτων στον δημόσιο τομέα (Υπ. Εργασίας, ΔΟΥ, ΟΑΕΔ, ΙΚΑ κ.ά.) αποτελεί πάγιο θέμα προς άμεση επίλυση (www.chorels.gr, http://sexwxo.blogspot.com/).

Αναμφισβήτητα όμως η δράση των σωματείων δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη σφαιρικότητα της πολιτιστικής πολιτικής, που δυστυχώς έως σήμερα εξαντλούνταν στις επιχορηγήσεις. Θεσμός χρήσιμος, καλύπτει την ανάγκη οικονομικής στήριξης των δημιουργών και θέτει τις βάσεις για την ύπαρξη καλλιτεχνικής παραγωγής. Σύμφυτη με το θεσμό είναι μια σειρά ερωτημάτων. Εξαιτίας της «ανταποδοτικής» φύσης του: τι είδους σχέση δημιουργείται ανάμεσα στο φορέα και τον δημιουργό; Ποιες έμμεσες πιέσεις δημιουργούνται; Εξαιτίας της αποτυχημένης συχνά «νομιμοποίησής» τους: ποιοι επιλέγουν; Με ποια κριτήρια; Με ποιους στόχους; Αν προστεθεί η ανεπάρκεια των προς διανομή κονδυλίων, το «σωστό» μοίρασμα αποτελεί «γόρδιο δεσμό». Η μετάθεση στο Ε.ΚΕ.ΘΕ.Χ. της σχετικής αρμοδιότητας αποτελεί μια ευκαιρία για την αξιοπιστία του θεσμού. Ήδη οι προϋποθέσεις και οι όροι μοιάζουν να είναι πιο καθαροί, τα ποσά εκ των προτέρων και ανά κατηγορίες καθορισμένα. Παραμένει η φροντίδα για αξιόπιστες συνθέσεις, για διαφάνεια και δημοσιοποίηση των αποφάσεων, σύνταξη απολογιστικών εκθέσεων, και ίσως η μελλοντική ίδρυση ενός φορέα με αρμοδιότητες οικονομικού ελέγχου.

Η πολιτιστική πολιτική παραμένει, λοιπόν, προς σχεδιασμό και η ανάγκη για εμπιστοσύνη, βαθιά. Η ίδρυση του Ε.ΚΕ.ΘΕ.Χ. σηματοδοτεί την αναγνώριση από την πολιτεία της αξίας μιας πραγματικότητας που δημιουργήθηκε με κόπο από τον καλλιτεχνικό κόσμο. Η δράση του «γεννά» μεγάλες προσδοκίες, ενώ μεγάλη είναι και η ευθύνη του ως αρμόδιου φορέα. Παρ’ όλες τις δυσκολίες, ιδίως τη μη απόκτηση ειδικού κωδικού στον προϋπολογισμό, θα το φανταζόμασταν ιδεατά να χαράζει μια ουσιαστική πολιτική για το χορό. Πολιτική η οποία θα βασίζεται στην καταγραφή των πεπραγμένων και την ανάλυσή τους και θα εμπνέεται από την πολύτιμη τεχνογνωσία ανάλογων φορέων του εξωτερικού, προσαρμοσμένο στις δικές μας ιδιαίτερες συνθήκες και ανάγκες. Στην ιδανική της εκδοχή, θα μεριμνά για όλα τα είδη χορού, θα συνεκτιμά τις παραμέτρους της καλλιτεχνικής δημιουργίας (πρακτική, θεωρία, καλλιτέχνη, έργο, κοινό) και θα απλώνεται γεωγραφικά σε όλη την επικράτεια. Θα είναι πολιτική προγραμματική, μακροπρόθεσμη, συνεπής και θα διαθέτει μηχανισμούς αξιολόγησης. Θα είναι, τέλος, προϊόν μελέτης από ειδικούς και επαγγελματίες και θα καταργήσει το συνηθισμένο στο χώρο καθεστώς «βοηθητικής» και κυρίως άμισθης εμπλοκής αξιόλογου ανθρώπινου δυναμικού το οποίο οι συνθήκες «μη» εργασίας τελικά απαξιώνουν.

Υπάρχουν, βέβαια, φορείς και θεσμοί που έχουν ήδη αναπτυχθεί με επιτυχία. Ο διάσπαρτος χαρακτήρας τους και συχνά η ταύτισή τους με συγκεκριμένα πρόσωπα μας κάνει να διερωτόμαστε: «Ποια η σχέση των δομών με τα πρόσωπα στη χώρα μας; Ποιο το μέλλον τους;». Διότι, θεσμός/φορέας ο οποίος «ταυτίζεται» με το πρόσωπο που τον αναδεικνύει, διαφέρει επί της ουσίας από τον αντίστοιχο «προσωποπαγή», ο οποίος υπάρχει μόνο χάρη στον επικεφαλής του. Ο πρώτος επιτρέπει την εξέλιξη του θεσμού υπό τη διεύθυνση του διάδοχου καλλιτεχνικού διευθυντή και, συνεπώς, τη λειτουργία του θεσμού ως δυναμικού παράγοντα στην πολιτιστική ζωή του τόπου. Οι υπάρχοντες αυτοί θεσμοί και φορείς προσφέρουν γόνιμο έδαφος για ουσιαστικούς προβληματισμούς.

Το ζήτημα της ισορροπίας ανάμεσα στη στήριξη της σύγχρονης δημιουργίας και τη διάσωση της πολιτιστικής κληρονομιάς επανέρχεται, π.χ., ενόψει των δυσκολιών που αντιμετωπίζει το θέατρο «Δόρα Στράτου». Μοναδικός στην προσφορά του φορέας (διάσωση παραδοσιακών χορών, σχολή χορού, αρχείο στολών, έρευνα, βιβλιοθήκη, συνεργασία με UNESCO) αποτελεί ήδη πολύτιμο σημείο αναφοράς που χρειάζεται να υποστηριχτεί.

Την ίδια ανάγκη υποστήριξης έχει και ο κλασικός χορός. Το υψηλού επιπέδου μπαλέτο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με την κατάλληλη σκηνή και την αύξηση του αριθμού των χορευτών του θα αναδείκνυε την ποιότητα του έργου του, θα διεύρυνε το ρεπερτόριό του και θα αξιοποιούσε το εγχώριο χορευτικό δυναμικό.

Ειδικά θέματα, επίσης, θέτουν τα φεστιβάλ χορού λόγω των διαφοροποιημένων αναγκών που προκύπτουν από την «αγωνιώδη μέριμνα για την κατάθεση ξεχωριστού καλλιτεχνικού στίγματος». Τα φεστιβάλ αυτά είναι φορείς στήριξης της εγχώριας δημιουργίας, της εκπαίδευσης του κοινού και της προβολής της χώρας διεθνώς. Καθοριστικής σημασίας είναι γι’ αυτά η έγκαιρη χρηματοδότηση, η ομαλή συνεργασία με εποπτεύοντες ή συνεργαζόμενους πολιτειακούς φορείς και η θεσμοθετημένη ανεξαρτησία στις αποφάσεις. Εξίσου καθοριστικό είναι να υπάρχει ένα θεσμικό και νομικό πλαίσιο ευέλικτο, διαφανές και αποτελεσματικό α) ως προς το εργασιακό καθεστώς και τα απαιτούμενα προσόντα του προσωπικού τους και β) ως προς την οικονομική τους διαχείριση (η ένταξή τους, για παράδειγμα, στο δημόσιο λογισμικό αποτελεί προφανώς τροχοπέδη). Επιπλέον, για κάθε φεστιβάλ είναι καίριας σημασίας το πρόσωπο του καλλιτεχνικού διευθυντή, ο οποίος με τις επιλογές του πυροδοτεί καλλιτεχνικές τάσεις και διαμορφώνει το χαρακτήρα του θεσμού. Πάντως, η περίπτωση του Διεθνούς Φεστιβάλ Καλαμάτας μπορεί να αποτελέσει ξεχωριστό αντικείμενο μελέτης ως παραδείγματος αποκεντρωμένης πολιτικής, τεράστιο αίτημα στην Ελλάδα, καθώς φανερώνει το μέγεθος της αλληλεπίδρασης κοινωνικών δεδομένων και προοπτικών των θεσμών.

Παράλληλα, οι καινούργιες διοργανώσεις που κερδίζουν κοινό και καλλιτέχνες αποκαλύπτουν επιπλέον ανάγκες. Έτσι, η Βαλκανική Πλατφόρμα Χορού επαναφέρει τόσο ζητήματα γειτνίασης και επιρροών όσο και την ανάγκη προβολής της «περιφερειακής» δημιουργίας σε μια καλλιτεχνική αγορά με «γεωπολιτικές» διακρίσεις, ενώ το πρωτοεμφανιζόμενο MIRFestival, προτάσσοντας τις performing arts, ανοίγει το θέμα των καλλιτεχνικών διασταυρώσεων και προσφέρει ερεθίσματα που απηχούν τις παγκόσμιες τάσεις στην τέχνη.

Σε άλλα κεντρικά ζητήματα, όπως το έλλειμμα της περιβόητης «στέγης» του χορού, των θεωρητικών αναζητήσεων, των πολυπολιτισμικών συνεργασιών και της διείσδυσης στην τοπική κοινωνία (Δήμος Βύρωνα), το Κέντρο Μελέτης Χορού Ισιδώρας και Ραϋμόνδου Ντάνκαν παρουσιάζει ουσιαστική και διακριτική εξέλιξη. Επιπλέον, η συμμετοχή του στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Κέντρων Χορού (EDN) και στο πρόγραμμα IDEE έχει ήδη προκαλέσει την εμβάθυνση στην προσέγγιση του ευρωπαϊκού μοντέλου του «dance house». (www.grdance.org/index.php, http://www.nationalopera.gr/, http://www.greekfestival.gr/, http://www.kalamatadancefestival.gr/, http://www.kalamataculture.gr/, http://www.cityofathens.gr/el/symbainoyn-stin-poli/festibal-dromena/diethnes-festibal-xoroy, http://www.fullhousepromotion.gr/, http://www.mirfestival.gr/, http://isadoraduncancenter.free.fr/)

Τελική πρόταση με βάση όλα τα παραπάνω είναι ίσως οι συνεχείς ζυμώσεις ως κοινός στόχος των ανθρώπων του χώρου, των δομών και των θεσμών. Τέτοιες, που να επιτρέψουν την ουτοπία μιας σκηνής όπου χωρούν όλοι.


Το κείμενο αυτό δεν θα μπορούσε να έχει την «πυκνότητα» αυτή χωρίς τη συμβολή των ανθρώπων που βοήθησαν στην εμβάθυνση του προβληματισμού μας με τις συνεντεύξεις τους και το υλικό που μας διέθεσαν. Ευχαριστούμε θερμά για τις συνεντεύξεις και το υλικό που μας παραχώρησαν τους: κ. Τήνση Αγριαννάκη, πρόεδρο του Συλλόγου Χορευτών της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, κ. Χριστιάνα Γαλανοπούλου, καλλιτεχνική διευθύντρια του MIRFestival, κ. Πέτρο Γάλλια, πρόεδρο του ΣΕΧ, κ. Ελισάβετ Γεωργούδη, γενική γραμματέα του ΣΙΣΧΕ, κ. Πηνελόπη Ιλιάσκου, καλλιτεχνική διευθύντρια του Κέντρου Μελέτης Χορού Ισιδώρας και Ραϋμόνδου Ντάνκαν Δήμου Βύρωνα, κ. Γιάννη Καρούνη, πρόεδρο του Σ.Ε.ΧΩ.ΧΟ., κ. Αθανάσιο Κριτσηδήμα, προϊστάμενο του τμήματος Χορού του ΥΠ.ΠΟ., κ. Βίκυ Μαραγκοπούλου, καλλιτεχνική διευθύντρια του Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, κ. Όλγα Παππά, πρόεδρο του Σωματείου Χορού και Ρυθμικής, κ. Μαργκώ Περδίκη-Αρχοντάκη, καλλιτεχνική διευθύντρια του Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού Δήμου Αθήνας, κ. Χριστίνα Πολυχρονιάδου, συνδιοργανώτρια της Βαλκανικής Πλατφόρμας Χορού, κ. Άλκη Ράφτη, πρόεδρο του Σωματείου «Δόρα Στράτου», κ. Έλλη Φιλιπποπούλου, δικηγόρο, το Ε.ΚΕ.ΘΕ.Χ.

*********************************************************************

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου